Translate

ΜΙΑ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΟΝΟΙ

ΜΙΑ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΟΝΟΙ
αστυνομική ιστορία της Κατερίνας Ν. Θεοφίλη και έργο εξωφύλλου της ίδιας

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη: ''Μια μακαρονάδα και δύο φόνοι''


Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

 

ΜΙΑ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΟΝΟΙ


εγκληματολογική ιστορία άθλος της Πεπέ Όλι

2005











ΜΙΑ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΟΝΟΙ

Κύρια πρόσωπα του εγκλήματος:

Πεπέ Όλι = Η εύθυμη ανατρεπτική εγκληματολογική συντάκτις της χρεωκοπημένης εφημερίδας: «Τελευταία Βοήθεια». Αυτοσυγκεντρωμένη στην έρευνα του απανταχού εγκλήματος. Μισούσε τα ζυμαρικά...
 Αρχισυντάκτης Άυλος = Αρχισυντάκτης των άυλων δεδομένων της εφημερίδας «Τελευταία Βοήθεια». Λάτρης της Πεπέ Όλι, για χάρη της οποίας έφαγε μια ικανή ποσότητα «σάλτσα μύγες». Απαστράπτουσα πολυσύνθετη προσωπικότητα με εξάρσεις κυκλοθυμίας∙ γενναίος, ευφυής, ομιλητικός, εύθυμος, γαλαντόμος, μεγαλόκαρδος, πιστός, γλυκόφατσος με καστανά καλωσυνάτα κεραυνοειδούς λάμψης μάτια, κοντός και ψηλός κατά περίσταση κι αθλητικός της κακιάς ώρας, με ψαχνοτά γερά καπούλια∙ κάτι σαν Δρομέας του κάτω κόσμου... 
Πετρούσκας Πέτροβιτς = Ένας Έλληνας εξ Ιταλίας με Ρώσικο όνομα...∙ μισούσε τα ζυμαρικά...

Στην εξέλιξη του εγκλήματος βοήθησαν:

Κινηματογραφιστής Α΄ =  Πολύ χρήσιμος στην σύγχρονη μαγειρική.
Κινηματογραφιστής Β΄ = Κι αυτός πολύ χρήσιμος!
   



 




       ΜΙΑ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΟΝΟΙ


Μια μέρα βροχής, προχωρούσε μια χούφτα σκέψης και γλυστρούσε, αγκαζέ με τον καιρό.
Το μικρό πλήθος βιαστικό κι ασήμαντο, ταξινομούσε – έτσι νόμιζε – την ζωή του, στα πληκτικά ράφια της συνθήκης του. Ενδιάμεσα η Πεπέ η περίφημος φονολογική συντάκτις πού πήγαινε; σ’ένα έγκλημα – το πιθανότερο. Θα δούμε....
Διέσχισε απρόσεχτα την κεντρική λεωφόρο, έστριψε δεξιά σ’ένα στενόδρομο και κατευθύνθηκε με γοργό και ωστόσο αγέρωχο βήμα, σ’ένα ψητοπωλείο που υποσημείωνε: «Τρως τσάμπα εδώ, μέχρι σκασμού». Αυτό ήθελε να κάνει κι η Πεπέ να φάει μέχρι σκασμού, γνωρίζοντας, φυσικά, πως τίποτα δεν είναι τσάμπα σ’αυτήν την παναθλιότητα της επιβίωσης.
Ταχύτατα κατάπιε μια πεντάδα σουβλάκια χοιρινό με πίττα κι απ’όλα... Στην πεντάδα σταματούσε πάντα, στομαχικώς ανακουφισμένη. Γλου - γλού ρούφηξε κι ένα μισόκιλο ρετσίνα αρκετά για σήμερα.
Σε πλήρη στομαχική ισορροπία βγήκε στον δρόμο ξανά, με ύφος τραγουδιστό και τάχα αφηρημένο αν είναι δυνατόν να έχει μια Πεπέ Όλι, ποτέ, ασυγκέντρωτο εγκέφαλο όλες οι ασύρματες αισθήσεις της παρούσες και εις πλήρη ετοιμότητα εγκληματολογική ετοιμότητα, εννοούμε. Ωστόσο, το ύφος της έδειχνε πράγματι αφηρημένο σκόνταψε σε ένα κολωνάκι του Δήμου, σ’έναν διαβάτη και σε μια άδεια εταζέρα. Ε, ήταν αφηρημένη! Έτσι λέτε;... Λάθος! Ως ποντικός είχε ξετρυπώσει ένα μουχλιασμένο στεγνό τυράκι ούτως ειπείν: ένα παλιό φονικό, στα αζήτητα!
Οι άνθρωποι που προσπερνούσαν την Πεπέ, μισοβρεγμένοι και θλιβεροί, έμοιαζαν με ασυνόδευτα και μοναχικά φέρετρα που το δίχως άλλο, προσδοκούσαν μια ακριβή και ειρωνική κηδεία, απ’την οποία βέβαια, καλό θα ήταν, να εξέλιπαν οι τυμπανοκρουσίες, τα επιμήκη ενδομυικά χαμόγελα και τα πολλά «Θεός σχωρέστον»....
Η Πεπέ βάδιζε ενδιάμεσα του φερετροποιού πλήθους, αλλά δεν ένοιωθε διόλου πτώμα αντιθέτως θεωρούσε εαυτόν ως μόνον επιζήσαντα. Χασκογελούσε... δεν είχε εκκρεμότητες ένα πέπλο ελευθερίας την ανασήκωνε πάνω απ’την πόλη... Η τρελλάρα της Πεπέ ήταν το ιπτάμενο, το μαγικό, το καμωμένο από αραχνοΰφαντα μετάξια, ταξιδιάρικο χαλί της∙ «ας πάμε όπου πάμε»∙ έλεγε και εύγε της.
Το κτίριο ήταν κίτρινο, παλιό, αφρόντιστο κι ένας κοντός στρογγυλοειδής και με ελαφρύ ψωριάρικο μουστάκι, πέρασε εντός του, με πολλές προφυλάξεις. Η Πεπέ παρατηρούσε απ’το απέναντι πεζοδρόμιο, τακτοποιώντας αμέριμνα τον μαύρο της μπερέ λίγο δεξιότερα στο κεφάλι της...
Η παρακολούθηση έλαβε τέλος μετά διώρου, όταν ο κοντός στρογγυλοειδής κύριος εξήλθε, περίπου τρέχοντας, μ’έναν τεράστιο χαρτοφάκελο υπό μάλης.
Η Πεπέ επέστρεψε στο στενό της διαμέρισμα με ελαφρά βρόχινα ρίγη στους ώμους και με υποψία κατάθλιψης μιας κατάθλιψης βέβαια μαζοχιστικά εύθυμης όπως αρμόζει στο ψυχωτικά εγκληματολογικό της ταμπεραμέντο – τα’χουμε ξαναπεί...
Παρέλαβε αμέσως την ιερά χαρτούρα της για ένα πνευματικό ξεσκόνισμα σ’αυτήν της, την –ας την ονομάσουμε – συμπαντική σκόνη, μπορούσε να διαπιστώσει κανείς ψήγματα εγκληματολογικών σημειώσεων, ασαφείς μαγειρικές συνταγές και αναπόδεικτες ιατρικές γνωματεύσεις στις τελευταίες, κάρφωσε το βαθύ ολοκληρωτικό της βλέμμα μάλιστα η φούντα του ανανά βοηθούσε να υποχωρήσει η κατάθλιψη, όπως η αποξηραμένη φλούδα μπανάνας οφελούσε στην ψωρίαση – ψωρίαση και όχι ψώρα διευκρινίζουμε - .
Η Πεπέ «μας» είχε κάτι σαν κατάθλιψη, αλλά δεν είχε φούντα ανανά νυχτιάτικα κι ως εκ τούτου περιορίστηκε σ’ένα φαρδύ φλυτζάνι τουρκο-ελληνικού καφέ.
Πληροφοριακά αναφέρουμε, πως στα πολλά και διάφορα απύθμενης ιατρικής φαντασίας σημειώματά της, εύρισκε κανείς, εξέχουσας σημασίας μισερές μελέτες της, για καρδιοπάθειες, νεοπλασίες, μικροργανισμούς, δερματοπάθειες, αλλεργίες και τα συναφή. Οι βοτανολόγοι θα μπορούσαν να αναγάγουν την Πεπέ σε διεθνή τους αντιπρόσωπο, αν αυτή δεν έδειχνε μια περίπου τραγική, διαφοροποίηση απ’ελόγου τους. Ποιά ήταν αυτή η διαφοροποίηση..; ότι η Πεπέ, μ’όλο που ασπαζόταν τις ιδιότητες των βοτάνων και παρά τις επιστημονικές της εμμονές, κατέληγε πάντα σε μια ανεπίτρεπτη πρόταση: «Μην καλλιτερεύσετε τις συνθήκες της ζωής σας, γιατί θα τις χαλάσετε»! Μάλιστα! Για παράδειγμα: συμβούλευε στους καπνιστές να ντουμανιάζουν και στους πότες να πίνουν τον... αχελώο, στους αλαντοφάγους να περιδρομιάζουν μυρωδάτα χωρικά λουκάνικα και στους γλυκατζήδες να καταπίνουν δυο-δυο τα ταρτάκια, στους μαζοχιστές να συνεχίσουν να αυτοδέρνονται και στους σαδιστές να απολαύσουν την αξιοθρήνητη κακία τους. Εν ολίγοις έλεγε:
―«Μείνετε αυτό που γίνατε στην παιδική σας ηλικία κι αν οπωσδήποτε θέλετε να ζητήσετε ρέστα - ούτως ειπείν: ευθύνες – ζητήστετα απ’τους μακάβριους γονείς σας είσαστε σαν τα μούτρα τους και μην παιδευτείτε να διαφοροποιηθείτε γιατί τότε θα διαπιστώσετε πως είσθε εντελώς άχρηστοι να το κάνετε δεν υπάρχει λόγος να ξέρετε τα μαύρα σας τα χάλια, απλώς απολαύστετα».
Η ιατρική φιλοσοφία της Πεπέ δεν εύρισκε οπαδούς και δικαίωση, όμως αν καλοεξετάσει κανείς σοφός το θέμα, θα εντοπίσει τουλάχιστον χίλια δίκια της.

Η νύχτα δεν έκλεινε μάτι και βασανιστικά άγρυπνη γυρόφερνε πάνω απ’το κεφάλι της Πεπέ μ’ένα χλομιάρικο ηλεκτρικό φως...
Η συντάκτις του απανταχού εγκλήματος, σφύριξε φίου-φίου, κανα δυο φορές νευρικά, κάπνισε ως και εικοσιπέντε σιγαρέττα, σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε την εγκληματολογική υπόθεση που είχε στα σκαριά της έρευνάς της και τέλος, προς τα ξημερώματα, αποκοιμήθηκε σαν μαραμένο μαρούλι πάνω στο γραφείο της.
Το πρωινό, την βρήκε στραβολαιμιασμένη, αλλά σε αισιόδοξη ετοιμότητα:

«Σπάστε το φράγμα! Θα σας πουν γραφικούς.
Να απαντήσετε: είμαστε! και να αχνογελάσετε....»∙

ετοίμασε το πλακάτ της με προχειρόγραμμα, σε χαρτόνι μπεζ κατευθείαν απ’τα σκουπίδια.
Φόρεσε βιαστικά, περίπου αγχωτικά, το μαύρο της πουλόβερ που του τράβηξε μια ψαλιδιά στο λαιμό γιατί την έπνιγε,  το μαύρο τζίν παντελόνι της που το’κλεισε με παραμάνα γιατί είχε πάρει κιλά προσφάτως και δεν έφθανε το κουμπί στην τρύπα του, τα μαύρα δερματομποτίνια της μ’όλην τους την σκόνη εννοείται, τοποθέτησε λοξά στα ριχτά της μαλλιά το μαύρο μπερέ, πέταξε και το χακί μπουφάν στον ώμο και με το πλακάτ παραμάσκελα βγήκε στο αδρανές  - όπως το έλεγε - πλήθος .
Στήθηκε επίκεντρα κεντρικής λεωφόρου κι η πολιτεία θαύμασε την μεσαιωνική επαναστάτρια!.. δηλαδή, την προσπερνούσαν! Σκεπτόντουσαν: «Χάνει λάδια η κακομοίρα», κουνούσαν το κεφάλι, επιτάχυναν το βήμα, την προσπερνούσαν!
Η Πεπέ φρίκαρε! Έκανε το πλακάτ κομματάκια. Απλώθηκε στο πρώτο καφενείο που βρήκε και παράγγειλε ένα καραφάκι ούζο, συνοδείας τεράστιας μεζεδοπιατέλας, να συνέλθει απ’το σοκ της κοινωνικής... απόρριψης.
― «Ήθος το προ τοκέων» γρύλισε περιφρονητικά, κοιτώντας το αδρανές πλήθος και παραδέχθηκε εντός της πως αυτή η φράση του Αισχύλου περί προγονικής αθλιότητας, είχε μια θαυμαστή διαχρονικότητα.
Αμέσως μόλις στομαχικώς στηλώθηκε, χαμογέλασε φαρδουλά, ατάραχα, ενοχλητικά και ριψοκίνδυνα, διότι Πεπέ ήταν η Πεπέ «μας» δεν θα’χανε το κέφι της διά... ασήμαντον αφορμή.
Επέστρεψε στους φόνους της ήτο ασφαλής κι αρτιμελής μέσα σ’αυτούς...
― «Με τους ζωντανούς κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή» μουρμούρισε θα συμφωνήσουμε.
Τα βήματά της, διόλου αφηρημένα, την οδήγησαν ξανά στο κίτρινο, παλιό, αφρόντιστο κτίριο το χάζεψε για λίγο εξωτερικά και με περίσσιο θάρρος, όπως και με περίσσια χάρη και με περίσσια άνεση, μπήκε εντός του.
Σε όλους τους ορόφους δεν υπήρχε τίποτα ενεργό∙ έπιπλα και τεράστιοι χαρτοφάκελλοι έδειχναν πως είχαν να μετακινηθούν τουλάχιστον μισό έτος. Η εγκατάλειψη ωστόσο αυτή ήταν – κατά Πεπέ – ενοχλητικά προσεγμένη. Σαν δηλαδή, κάποιος να είχε στήσει όλην αυτήν την ακινησία, σαν να την είχε ρυθμισμένη να φανερώνει την μοναξιά της. Ένας σκοπός πολύ ύποπτος είχε τις προθέσεις του θαμμένες εκεί....
Η Πεπέ δεν ανακάτωσε απολύτως τίποτα δεν μετακίνησε ούτε έναν κόκκο σκόνης βρήκε μια στενή προεξοχή με σκουριασμένα κλιματιστικά εξαρτήματα και κρύφτηκε ανάμεσά τους περίμενε θα δούμε τι...
Δεν ξέρουμε πόσος χρόνος είχε περάσει, πάντως η περίφημος των περιφήμων εγκληματολογική συντάκτις, είχε μουδιάσει και υπέφερε κι απ’την αλλεργική φαγούρα της ένα σύμπτωμα που της προέκυπτε πάντα όταν βαριόταν ή έπληττε. Ωστόσο, αμετανόητα αυτοθυσιαστική, παρέμενε στην κρυψώνα της. Κι επιτέλους ακούστηκαν βήματα. Κρυφοκοίταξε. Ο χθεσινός κοντός, στρογγυλοειδής με το ελαφρύ ψωριάρικο μουστάκι κύριος – με τα όλα του, εμφανίστηκε∙ φουριόζος πάλι. Άδραξε έναν φάκελλο, όμοιο εξωτερικά με τον χθεσινό και τρεχαλητός ανέβηκε στον επιπλέον όροφο, όπου η Πεπέ έχασε τις κινήσεις του, αλλά υπέθεσε πως κάτι ανάλογο θα αφαιρούσε κι απ’τον άλλον χώρο. Ετοιμάστηκε να τον πάρει στο κατόπι, όταν ο ρους της ιστορίας παρουσίασε τις πρώτες του εκπλήξεις ένας θόρυβος, διαπεραστικός, φλύαρος, άκομψος θόρυβος, έκανε τον πάνω όροφο να τρέμει κι η Πεπέ, λουφάζοντας, προσευχήθηκε στον άγνωστο Θεό μην της πέσει η οροφή στο κεφάλι. Ευτυχώς για όλους μας, το νταβάνι δεν μετακινήθηκε και τα πράγματα ησύχασαν – φαινομενικά τουλάχιστον.
Μετά απ’αυτήν την θορυβώδη εξέλιξη, αποφάσισε να μην ακολουθήσει τον στρογγυλοειδή κύριο, αλλά να κάνει έναν έλεγχο στον πάνω όροφο, δοθείσης ευκαιρίας.
Ο άνθρωπος αναχώρησε κι η μουδιασμένη ασύντακτη συντάκτρια του εγκλήματος, έσπευσε για μια γρήγορη οπτικογράφηση. Το τί είδε στον πάνω όροφο, θα πάγωνε και το αίμα ενός φιδιού ακόμα και στην χειμερία του νάρκη!!! Όμως η Πεπέ δεν έδειξε την παραμικράν ταραχή – δεν αμφιβάλλαμε.
Το τρομώδες υπερθέαμα είχε ως εξής: Είχαν τραβηχθεί προς τα εμπρός και μπρούμυτα, όλα σχεδόν, τα σιδερένια ράφια κι από τα βάθη τους εξείχαν ανθρώπινα κόκκαλα που έγραφαν πάνω τους με μαύρο μαρκαδόρο τα εξής ανατριχιαστικά: «κόκκαλο για σούπα», «κόκκαλο για ζελέ», «κόκκαλο για πάστα προσώπου», «κόκκαλο για καρμπονάρα» και ου το καθ’εξής...
Η προσοχή της Πεπέ εστιάστηκε σ’ένα συρτάρι που ολοφάνερα είχε κλαπεί το κόκκαλό του...
Η επόμενή της κίνηση ήταν απλά να ειδοποιήσει την εγκληματολογική υπηρεσία για τα περαιτέρω και να αναμένει τις εργαστηριακές εξετάσεις των κοκκάλων.
Σε λιγότερο από πέντε μέρες τα συγκεντρωμένα στοιχεία έδειχναν πως τα οστά ανήκαν σε δύο συνεταίρους κινηματογραφικών παραγωγών, οι οποίοι είχαν εξαφανιστεί προ οκταμήνου, τότε που οι συγγενείς τους, είχαν αναθέσει, έναντι αδράς αμοιβής, στην Πεπέ, να εντοπίσει τα ίχνη τους και να επιλύσει το μυστήριο της εξαφάνισής τους. Η Πεπέ όμως, που ήταν επιφορτισμένη με άλλο χαριτωμένο έγκλημα, μακράν της πολιτείας ταύτης, αδιαφόρησε παντελώς για την υπόθεση αυτή και μόλις προ ημερών, επειδή δεν είχε τι να κάνει, αποφάσισε, εντελώς ανεπίσημα, να την ερευνήσει λιγουλάκι. Παρακολουθούσε λοιπόν το κτίριο της κινηματογραφικής επιχείρησης, το οποίο, να σημειωθεί, είχε αρκούντως ερευνηθεί απ’τις αστυνομικές αρχές στο διάστημα εξαφάνισης των συνεταίρων και ουδέν επιλήψιμο καταγράφτηκε. Κατά Πεπέ, όμως, το μυστικό ή ήταν θαμμένο εκεί μέσα ή επρόκειτο να θαφτεί. Ως εκ τούτου, παρακολουθούσε το κτίριο περιστασιακά και όποτε της έκανε κέφι. Το μόνο που είχε δει ήταν αυτός ο στρογγυλοειδής κοντός με το ψωραλέο μουστάκι κύριος, που πηγαινοέφερνε χαρτοφάκελλους. Την ύπαρξή του δεν την ανάφερε διόλου στην εγκληματολογική υπηρεσία. Έτσι ήταν η Πεπέ δεν έδινε στοιχεία και κυρίως δεν μαρτυρούσε τον δολοφόνο, πριν βεβαιωθεί για τα κίνητρα του εγκλήματός τουαν τα κίνητρα δεν ήταν ευτελή, η Πεπέ αντιπροσωπεύοντας τον Θεό, συγχωρούσε τον φονιά και τον άφηνε στην ησυχία του.
Η εγκληματολογική υπηρεσία δεν μπορούσε ούτε καν να υποπτευφθεί ποιός και γιατί, μετέφερε τα κόκκαλα των συνεταίρων, εκεί, στα γραφεία της κινηματογραφικής εταιρείας τους, και ξανάρχισε ανακρίσεις επί των ανακρίσεων σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή.
Η Πεπέ επεδίωξε να δει άπαντες τους εμπλεκόμενους της πανάθλιας –δεν χωρούσε αμφιβολία σ’αυτό– ζωής των δύο συνεταίρων συγγενείς, εργαζόμενους, τριτοσυνέταιρους και τα λοιπά σαρκία. Δεν έκανε ανακρίσεις, δεν ζητούσε πληροφορίες, δεν τους μιλούσε καν απλώς τους έβλεπε. Στον σωρό αυτόν, υπήρχε κι ο στρογγυλοειδής κοντός κύριος που έδειξε μια κάποια ιδρωμένη ταραχή στο αντίκρισμά του με την φλογοβόλου βλέμματος μαντάμ Πεπέ Όλι, που όμως, η μεγαλόψυχη εκείνη, τον καθησύχασε χαρίζοντάς του ένα απ’τα καλλίτερα στοργικά της χαμόγελα.
Ο στρογγυλοειδής κύριος ήταν ο ιδιοκτήτης του οικοδομήματος που στέγαζαν την εμετική κινηματογραφική τους επιχείρηση οι δυο συνεταίροι. Έδειχνε άρρωστος – και ήταν. Χρόνους τραβιόταν στα αντικαρκινικά νοσοκομεία είχε χάσει αρκετό απ’το βάρος του κι αρκετό απ’το ύψος του. Το άλλοτε κραταιό κι αστραφτερό μουστάκι του, είχε μαδήσει και θαμπώσει απ’τις άχρηστες χημειοθεραπείες, και το ύφος του ήταν καταπλακωμένο από ένα χρώμα σκουριάς, αβάσταχτα θλιβερό. Ήταν ολάκερος η προσωποποίηση της κατάντιας. Η Πεπέ, τον συμπόνεσε πάραυτα και φρόντισε να πληροφορηθεί τα αίτια μιας τέτοιας κακομοιριάς ενός ανθρώπου που είχε στην κατοχή του ένα τέτοιο κτίριο πολλών εκατομμυρίων ελληνικών δραχμών ή πολλών χιλιάδων ευρώ με το καινούργιο ευρωπαϊκό νόμισμα, αν θέλουμε να υπολογίζουμε. Τα στοιχεία έδειξαν πως οι δύο κινηματογραφιστές συνέταιροι, με διάφορες νομικές κομπίνες, είχαν κατορθώσει να του παγώσουν το ενοίκιο σε πενταροδεκάρες και σχεδόν να φάνε το κτίριο αυτό που ήταν κληρονομικό από τρεις τουλάχιστον γεννιές. Ο ανθρωπάκος τσίριξε και φώναξε τα αγανακτισμένα του δίκια, αλλά οι ανάλγητοι κινηματογραφιστές συνέχιζαν απαθείς να ευδαιμονούν εις βάρος του. Κι ο στρογγυλοειδής κύριος άρχισε τις υποχρεωτικές νηστείες έτρωγε ελάχιστα και περιορίστηκε σε φθηνά ζυμαρικά που ήταν και της πάγιας απέχθειάς του. Ζούσε σ’ένα υπόγειο, συμπαθητικό ωστόσο, και είχε εκμηδενίσει τις αξιώσεις του σε βαθμό κακουργήματος κατά του εαυτού του. Σαν να μην έφτανε αυτό το,  από όπου κι αν το δεις, μαύρο κι άραχνό του χάλι, ήλθε κι ένα ογκίδιο, μυστικό και ύπουλο νησιδιοβλάστωμα, να φυτρώσει στο κεφάλι του και υποχρεώθηκε να δημιουργήσει περαιτέρω σχέσεις με την αρχιλησταρχεία της ιατρικής μάζωξης πλήρωνε, πλήρωνε, πλήρωνε όλο χρεωμένος ήταν και όλο και περισσότερο εξαναγκαζόταν να καταφεύγει στα φθηνά ζυμαρικά που – επαναλαμβάνουμε – απεχθανόταν.
Η Πεπέ, ανατρίχιασε απ’το ιστορικό του ανθρώπου που είχε πολλές και ύποπτες ομοιότητες με το δικό της ιστορικό – κι ας προσέξουν αυτήν την λεπτομέρεια που αναφέρουμε εμείς οι βιογραφομανείς, εκείνοι, που έφεραν την Πεπέ «μας» στην παρούσα πειναλέα φάση.... ας προσέξουν, μην τους βρει καμμιά εξ ουρανού συμφορά... λέμε τώρα...
Ο στρογγυλοειδής κύριος ονομαζόταν Πετρούσκας Πέτροβιτς, αλλά δεν καταγόταν απ’την Ρωσία ούτε καν ήξερε κατά πού πέφτει θεωρούσε μάλιστα πως ήταν χώρα που ανήκε στο αμερικανικό έδαφος Θεός φυλάξοι!
Ο Πετρούσκας Πέτροβιτς καταγόταν απ’την Βόρεια Ιταλία απ’την μεσαιωνικής ομορφιάς Πάδουα, μόλις 37 χιλιόμετρα απ’ την Βενετία και πολύ κοντά στην Βερόνα, όπου ο Άγγλος Σαίξπηρ διάλεξε για τόπο των θλιβερών εραστών βλέπε Ρωμαίου και Ιουλιέτας -  κι έστησε την μέγιστη συγγραφική διαμάχη μεταξύ Μοντέκων και Καπουλέτων τί σου είναι κι αυτοί οι συγγραφείς καμμιά φορά;! σκοτώνουν όποιον θέλουν, όπου θέλουν...
Λοιπόν ο Πετρούσκας Πέτροβιτς, με ρώσικο όνομα, αλλά Ιταλικής καταγωγής και με απέχθεια στις μακαρονάδες, είχε ξεπέσει στην ελληνική – τουρκολάγνα κατά τα λοιπά – γη, επειδή έτσι ήθελαν οι προγόνοι του, οι οποίοι έφτασαν μέσω Βυζαντίου, στα ελληνικά χώματα, φυσικά για κακή του τύχη.
Ο Πετρούσκας Πέτροβιτς, ήταν ταλαντούχα προσωπικότητα, αλλά ας μην απαριθμήσουμε τις χάρες του γιατί δεν θα μας αρκούσαν σελίδες και σελίδες, ωστόσο χρειάζεται να πούμε πως όλες αυτές οι χάρες του, αφανίστηκαν από πτώχευση, της οποίας την κεντρική ευθύνη είχαν οι δύο κινηματογραφιστές συνέταιροι.
Ο Πετρούσκας, ύστερα απ’τα δεινά που προαναφέραμε, είχε βρει μια εργασία ως μάγειρας συνοικιακού ταβερνείου λερού και με μιλούνια νευρικές μύγες που άραζαν κάπου-κάπου στον διάκοσμο αποξηραμένων φυτών μαντζουράνας ή κατά την αρχαϊοελληνικήν: αμάρακου, δυόσμου ή κατά την αρχαϊοελληνικήν: ηδύοσμου, πεδικουλαρίας, βασιλικού, άνιθου και των συναφών.
Σ’αυτό το λοιμωξιοποιό μαγέρικο, καταδέχθηκε να συμφάγει με τον Αρχισυντάκτη Άυλο, η καλή μας μαντάμ Πεπέ Όλι.
― «Ε, λοιπόν Πεπέ, έχω υποστεί τα πάντα μαζί σου, αλλά δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα με υποχρέωνες να γευματίσω μια μερίδα σάλτσα μύγες!!! Ως εδώ Πεπέ! Ως εδώ!» λόγια θεατρικής αγανάκτησης εξέπεμπε, ως μάταιο σήμα κινδύνου, η στεγνή και διψασμένη στοματική κοιλότητα του Αρχισυντάκτη Άυλου.
― «Πρόσθεσε λίγο αλατοπίπερο και δυο κουταλάκια μουστάρδα και θα σου φανεί υπέροχη η σάλτσα μύγες» πρότεινε ήρεμα η Πεπέ και ουδέν άλλο πρόσθεσε.
Αφού απόφαγαν την παράξενη μακαρονάδα, αντάλλαξαν και τις απαραίτητες για τους κοινωνικούς τύπους, χαιρετούρες με μερικούς πελάτες κατσιασμένους κι αξιοθρήνητους.
Όλα καλά κι όσο η ώρα περνούσε κοιλιόδουλα, τόσο και η ατμόσφαιρα γινόταν χαλαρά φιλική και απαλά ευχάριστη.
Τέλος, εμφανίστηκε δακρυσμένος από καθάρισμα κρεμμυδιών, ο Πετρούσκας Πέτροβιτς και χειροφίλησε την μαντάμ Πεπέ Όλι ως άξιος μεσαιωνικός Ιταλός ευγενής της Πάδουα! Κάθησε με κάποιο βροντερό αναστεναγμό, πράγμα που ώθησε τον Αρχισυντάκτη Άυλο να τον παρηγορήσει
― «Αγαπητέ μου κουράγιο! Ό,τι κι αν σας συμβαίνει, κουράγιο!»
― «Αν ξέρατε...» κλαψούρισε ο Πετρούσκας Πέτροβιτς.
― «Ο,τι κι αν σας συμβαίνει, κουράγιο!» επανέλαβε χωρίς φαντασία ο Αρχισυντάκτης.
― «Αν ξέρατε... Α, αν ξέρατε καλέ μου κύριε...» κλάφτηκε ικανότερα τώρα ο Πετρούσκας.
― «Κουράγιο! Κουράγιο!» επανέλαβε σε παπαγαλίσιο τόνο ο Αρχισυντάκτης.
― «Αρκετά!» διέταξε η Πεπέ κι η πολυπόθητος σιωπή μεσολάβησε λυτρωτικά. Οι τρεις τους έφαγαν αχλάδια, μ’ολο που η Πεπέ ήθελε ανανά, κι επιτέλους μπήκαν στο θέμα
― «Ακούστε μεσιέ Πέτροβιτς... Είμαι, να’στε βέβαιος, η σανίς σωτηρίας σας η μόνη! Μάλιστα!» έκανε μια απότομη εισαγωγή στον εγκληματολογικό της λόγο η Πεπέ Όλι και άρχισε να βήχει οδυνηρά από ένα κομματάκι αχλαδιού που στραβοκάθησε επικίνδυνα στο λαιμό της απ’τον καιρό που σημειώθηκε ως ενήλικη, είχε αρχίσει να πνίγεται ακόμα και με το ίδιο της το σάλιο. Έβηξε, έβαλε και δυο δάχτυλα στο λαρύγγι της να το ξεμπλοκάρει, βλασφήμησε αρκούντως κι αφού στραβοκοίταξε άγρια τον Αρχισυντάκτη επειδή δεν έδειξε τον απαραίτητο ιπποτισμό στον πνιγμό της, ήταν πανέτοιμη να συνεχίσει, και συνέχισε:
― «Λοιπόν μεσιέ Πέτροβιτς...»
― «Λέγετέ-με με το μικρό μου Πετρούσκας... Αν βέβαια δεν σας δυσαρεστεί... θα το προτιμούσα...»
― «Δεν με δυσαρεστεί μεσιέ..... απλά, δεν εντοπίζω διαφορά.... Πετρούσκας.... Πέτροβιτς..και τα δυο, σε πέτρες παραπέμπουν... αλλά αφού προτιμάτε....Λοιπόν μεσιέ Πετρούσκα Πέτροβιτς αφοσιωθείτε στο ερώτημα που θα σας θέσω κρίνεται απ’αυτό και μόνο η τύχη σας προσέξτε!»
― «Προσέχω...» αποσαφήνισε, περίπου έντρομος, ο Πετρούσκας κι ο Αρχισυντάκτης Άυλος έσπευσε με μάλλον ανορθόδοξο τρόπο να τον καθησυχάσει, απευθυνόμενος στην ανάλγητη πόζα της Πεπέ Όλι
― «Ας μην υπερβάλουμε Πεπέ... Ένα και μόνο ερώτημα δεν μπορεί να καθορίσει ως και τα ισόβια που μπορεί να υποστεί αυτός ο τρισκακόμοιρος...»
Η Πεπέ στραβοκοίταξε τον Αρχισυντάκτη και διαφώνησε:
― «Μπορεί!»
Ο Πετρούσκας ικέτευσε:
― «Πείτε μου το ερώτημα! Πείτε μου! Θα ανταποκριθώ με ειλικρίνεια!»
― «Μμμ... Μια εγκληματολογική ευφυία σαν ελόγου μου, δεν θα’χε το κουσούρι της ευκολοπιστίας να ασπαστεί την δήλωση ειλικρινείας σας...» μούγκρισε απειλητικά όσο κι αλαζονικά η Πεπέ και εξαιρετικά ατάραχα συνέχισε: «Σας ερωτώ λοιπόν ευθέως: Ξέρετε ή δεν ξέρετε πώς φτιάχνονται οι ρεβυθοκεφτέδες της νήσου Σίφνου;»
Στο ερώτημα, τα μάτια του Αρχισυντάκτη και του Πετρούσκα συναντήθηκαν με έναν εμφανή αλλοιθωρισμό, όπου η έκπληξη είχε τον πρώτο λόγο.
― «Λοιπόν;» ακούστηκε σοβαρά και κοφτά η Πεπέ.
― «Μα... ρεβυθοκεφτέδες;!... Στο καλό μου...! δεν αντιλαμβάνομαι... ρεβυθοκεφτέδες...; και οπωσδήποτε της νήσου Σίφνου..;....» ο Πετρούσκας Πέτροβιτς τραύλιζε.
― «Εγώ θέτω τις ερωτήσεις! Ξεμπουκώστε τα λόγια σας μεσιέ και γίνετε σαφής  ξέρετε ή δεν ξέρετε πώς φτιάχνονται οι περίφημοι Σιφνέικοι ρεβυθοκεφτέδες;» σαν θυμωμένη έδειχνε η Πεπέ και θορυβημένος ο Πετρούσκας Πέτροβιτς βιάστηκε να απαντήσει:
― «Μάλιστα ξέρω... Μουσκεύουμε τα ρεβύθια από βραδίς... Ύστερα τα πολτοποιούμε και τ’ανακατεύουμε με βραστές πατάτες, αλάτι, πιπέρι, τριμμένο κρεμμύδι, μαντζουράνα, δυόσμο, καμμιά δεκαριά αυγά... Τα ζυμώνουμε όλα... να γίνουν πολτός... πλάθουμε και τηγανίζουμε ως να ροδίσουν...»
― «Εύγε!» επιβράβευσε η Πεπέ. Όλοι με λαχανιαστή αγωνία περίμεναν το παρακάτω το οποίο και εκτοξεύτηκε πάραυτα απ’το κεχαριτωμένα στριμμένο στόμα της, και διετάραξε την έτσι κι αλλιώς αμφισβητούμενη γαλήνη: «..Και μ’ολο που είσθε γνώστης των Σιθνέικων ρεβυθοκεφτέδων, προτιμήσατε σεβόμενος την ιταλική σας καταγωγή και την απέχθειά σας στα ζυμαροειδή... προτιμήσατε λέω, να σκοτώσετε τους δύο κινηματογραφιστές με μια μακαρονάδα!»
― «Μάλιστα!» είπε πειθήνια ο Πετρούσκας Πέτροβιτς και ο Αρχισυντάκτης Άυλος κόντεψε να σωριαστεί λιπόθυμος από τέτοια αβίαστη παραδοχή ενός φρικαλέου εγκλήματος.
Η Πεπέ χαμογέλασε
― «Καλέ μου Πέτροβιτς, δεν θα’πρεπε με τόση ευκολία να ομολογείτε... δεν υπάρχουν στοιχεία να σας δέσουν... χμ... κι ύστερα...., αν εσείς τα ξεράσετε όλα, τί μένει σε μένα να αποκαλύψω;... Αφήστε να παίξω τον ρόλο μου... Έχετε μόνον στον νου σας πώς θα καλυφθείτε στις κατηγορίες μου... αυτό πρέπει να κάνετε είσθε ανυπόφορος έτσι απλόχερα που παραδίδετε τον εαυτό σας...»
― «Σε τί θα ωφελήσει να παίξω...; Είναι ολοφάνερο πως τα ξέρετε όλα...» ψιθύρισε μοιρολατρικά ο Πετρούσκας και δεν έκρυβε στο ύφος του, τόνους θαυμασμού για την Πεπέ.
― «Σε τί θα ωφελήσει να παίξετε;! Μα αγαπητέ μου ελάτε στα συγκαλά σας! Θα ωφελήσει να παίξετε στο ότι θα παίξετε! Να! Αυτό! Λίγο το’χετε τέτοιο όφελος;!!! Με απογοητεύετε...» κούνησε το κεφάλι της θλιβερά η περίφημος εξτρέμ της μάταιης τούτης ζήσης μαντάμ Πεπέ Όλι.
Ο Αρχισυντάκτης έλαβε τον λόγο:
― «Έλα τώρα Πεπέ μην το κάνεις το έργο θλιβερότερο. Δεν είναι κατάλληλη ώρα για μαθήματα ζωής!»
― «Πάντα είναι κατάλληλη ώρα για μαθήματα ζωής!» τόνισε, με μια έμφαση που έπαιξε ρυθμικά στα ρουθούνια της, η μέγιστη ζώσα ύπαρξη Πεπέ Όλι και βρήκε απολύτως σύμφωνους και εμάς τους βιογράφους της.
Ο παραξενεμένος Πετρούσκας Πέτροβιτς, βρήκε με μιάς την τεμαχισμένη του αυτοπεποίθηση και μπουμπουκιασμένος ως Άνοιξη μυροβόλος, τοποθετήθηκε:
― «Σωστά! Θα παίξω! Και θα απολαύσω το παιχνίδι της ζωής ως την τελευταία του κίνηση! Δώστε μου πάσα μαντάμ Πεπέ είμαι έτοιμος!»
― «Δεν είπα δα πως θα παίξουμε και μπάλλα» αστειεύτηκε χαλαρά η Πεπέ κι όλη η συντροφιά έδειχνε – επιτέλους – να νεκρανασταίνεται και να ενεργοποιείται. Γελούσαν και ενθουσιωδώς αλληλοπειράζονταν, έκαναν γκριμάτσες κι άλλα ανήκουστα παιδιαρίσματα με κορωνίδα αυτών, την τοποθέτηση των δαχτύλων τους στ’αυτιά τους παίζοντας τα... κουνελάκια!
Η Πεπέ έθεσε πρώτη το θεμέλιο της σοβαρότητας λέγοντας:
― «Και τώρα κύριοι στο θέμα μας!»
― «Στο έγκλημά μας!»κάγχασε ο Πετρούσκας Πέτροβιτς.
― «Ακριβώς!» συμφώνησε ο Αρχισυντάκτης Άυλος.
― «Εν ολίγοις και με σαφήνεια...» άρχισε αποφασιστικά ως άλλος αρχαίος Δημοσθένης, τον κατακεραυνωτικό της λόγο η Πεπέ «...ξεπαστρέψατε τους δύο κινηματογραφιστές με μια και μόνη μακαρονάδα! Αλλά η σάλτσα... χμ! η υπέροχη σάλτσα με μπέικον, κάπαρη και θυμάρι που συνοδεύσατε το απεχθές ζυμαρικό ήταν λιγουλάκι θανατηφόρος!»
Γέλια, πολλά ζουμερά γέλια ακολούθησαν τής διευκρίνησης ταύτης. Ο Πετρούσκας κρατούσε το στήθος του να μετριάζει τα τραντάγματα απ’τα χάχανα που έκαναν αμετανόητη πάνω του τραμπάλα και ο Αρχισυντάκτης Άυλος είχε γείρει στον ώμο του με δακρύβρεχτα γέλια και εύθυμα ξεφυσήματα.
― «Ελάτε παιδιά ήσυχα!» επέβαλε την τάξη η Πεπέ και συνέχισε επί των φονικών διευκρινήσεων: «Λοιπόν, η σάλτσα σας μεσιέ Πέτροβιτς... μεσιέ Πετρούσκα Πέτροβιτς... ήταν εκλεκτή γιατί περιείχε ζουμί πεδικουλαρίας! Είστε ένας εμνευσμένος δολοφόνος, οφείλω να παραδεχθώ! Πάντα εκτιμούσα όσουν έκαναν καλή χρήση των βοτανολογικών τους γνώσεων! Χι – χι! Εύγε σας! Εύγε σας!»
― «Τί είναι η πεδικουλαρία Πεπέ;» ρώτησε ο Αρχισυντάκτης Άυλος με αχόρταγο ύφος πολυμαθή.
― «Τι θρήνος είσαι Αρχισυντάκτα μου! Αδιάβαστος όλως διόλου! Ε, λοιπόν, δεν έχεις ακούσει την παροιμία: πρέπει να το’χει η κούτρα σου να κατεβάζει ψείρες...;»
― «Γνωστή παροιμία, αλλά με την πεδικουλαρία τί σχέση έχει...;»
― «Άιχ Αρχισυντάκτα μου... ντροπής σου... ένα τέτοιο καρπουζοκέφαλο σαν το δικό σου, θα’πρεπε να’χε λουστεί το λιγότερο εκατό φορές με αφέψημα πεδικουλαρίας...»
― «Δεν καταλαβαίνω Πεπέ! Δεν καταλαβαίνω!»
― «Ε, κι εγώ δεν καταλαβαίνω την εμμονή σου στο να θες να καταλάβεις...»
Τις διευκρινήσεις περί πεδικουλαρίας ανέλαβε τώρα με χαμόγελο εμπειρογνώμονα ο Πετρούσκας Πέτροβιτς:
― «Η πεδικουλαρία είναι αυτοφυές φυτό που ανήκει στο γένος των σκροφουλαριοειδών... Στην Ελλάδα φυτρώνουν δυο είδη της πεδικουλαρία ελληνική και πεδικουλαρία βραχύπους... Σε αλλοτινούς καιρούς, έβραζαν φρέσκο ή αποξηραμένο αυτό το φυτό και με το υγρό του έβρεχαν οι άνθρωποι τα μαλλιά τους για να απαλλαγούν απ’τις ψείρες».
― «Α, μπα; Και γιατί θα’πρεπε να’χω λουστεί κι ελόγου μου με δαύτο;» διαμαρτυρήθηκε ο Αρχισυντάκτης Άυλος και έλαβε την απάντηση από την κοφτερή στοματική κοιλότητα της Πεπέ Όλι:
― «Γιατί η κούτρα σου είναι απ’αυτές που κατεβάζουν ψείρες!»
Η ατμόσφαιρα ήταν και παρέμεινε εύθυμη κι η αλλόκοτη συντροφιά άλλαξαν θέμα και το γύρισαν στα ταξίδια, όπου η Πεπέ αξίωσε να πληροφορηθεί απ’τον ιταλικής καταγωγής με το ρώσικο όνομα Πετρούσκα Πέτροβιτς, για το κάστρο του Οτράντο, που στην παιδική της ηλικία είχε διαβάσει μια μπερδεμένα θλιβερή υπόθεση γι’αυτό και ξέχασε και την υπόθεση και τον συγγραφέα της.
― «Στα 110 χιλιόμετρα Νοτιοανατολικά του Μπάρι είναι το Μπρίντιζι κι άλλα 110 χιλιόμετρα απ’το Μπρίντιζι είναι το Οτράντο» είπε ο Πετρούσκας.
― «Αυτό μόνο;» δυσαρεστήθηκε η Πεπέ.
― «Αυτό! Δεν ξέρω τους μύθους που συνοδεύουν τους τόπους...» διευκρίνησε ο Πετρούσκας και βιάστηκε να προσθέσει: «Αλλά μια καλή πληροφορία είναι πως η Βενετία, βόρεια της Ιταλίας, αποτελείται από 117 νησάκια! Ενδιαφέρον! Και μόλις στα 37 χιλιόμετρα ανοίγεται η υπέροχη Πάδουα με κοντά της την Βερόνα. Δηλαδή στα 150 χιλιόμετρα απ’το Μιλάνο!...»
― «Τα ξέρω...» είπε συρτά η Πεπέ και σαν να μοβόριασε λιγουλάκι.
Ακολούθησε μια... βεβαρημένη από ύποπτα ιχνοστοιχεία σιγή κι αίφνης η Πεπέ με φωνή υπερτονισμένη, καταπλήσσοντας τους πάντες, έριξε, δια μέσου τριγμών οδόντων και παφλασμών χειλιών, το δημώδες ελληνικόν άσμα:

― « ....Μπήκαν... μωρ’μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στην στρούγκα..ααααα.....
Βλάχα τσελιγκοπούλααααααα....»

Ακούσαμε χειροκροτήματα!... λέμε τώρα...
Η Πεπέ, εφοδιάστηκε την δέουσα καχυποψία κι έστρεψε οφθαλμόν εις περιστροφική κίνηση, σε όλους τους εγκάρδιους θαμώνες, για να βεβαιώσει το γνήσιον του χειροκροτήματος. Περί αυτής της ειλικρινούς εκδήλωσης θαυμασμού εκ μέρους των θαμώνων, πείστηκε όταν από δεκάδες μπουκωμένα στόματα ακούστηκε η θερμή έκκληση:
― «Κι άλλοοο! Κι άλλοοοοο!!!»
Κι η Πεπέ τραγούδησε κι άλλο!

― «... Πώς... καλέ πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαόλου οι καλογέροι;
Με το κου... με το κούτελο το τρίβουν
και το ξυλοκοπανίζουν....
Με την πλά... με την πλάτη τους το τρίβουν
και το ξυλοκοπανίζουν...

Με τον κώ... με τον κώλο τους το τρίβουν

και το ξυλοκοπανίζουν....»

Το τι επακολούθησε δεν το συναγωνίζεται καμμιά καλπάζουσα έως και αρρωστημένη φαντασία μπουκάλια στριφογύριζαν στον αέρα, πιάτα και ποτηρικά τσακίστηκαν στ’αφράτα πόδια της Πεπέ, τα ώπα και τα ζήτω επέφεραν συντέλεια, πλανητική βεβαίως!
Όλοι, μα όλοι, δοξολογούσαν την ερμηνευτική γοητεία της Πεπέ σ’ό,τι αφορά στην απόδοση του δημοτικού άσματος. Όλοι, μα όλοι, υποκλίθηκαν στο φωνητικό και θεατρικό της κύρος διότι δεν τραγούδησε απλώς, αλλά έκατσε κατάχαμα κι έδειξε πώς με τον κώλο τους το τρίβουν το πιπέρι, του διαόλου οι καλογέροι. Όλοι, μα όλοι, μακάριζαν την τύχη τους, που τους αξίωσε να δουν ιδίοις όμμασι το πολυδιάστατο θέαμα που χάριν συντομίας ονομάζουμε... Πεπέ Όλι!!! εγκληματολογική συντάκτιςμην ξεχνάμε!
Άπαντες ευτυχείς έπιναν εις υγείαν της Πεπέ κι ο Πετρούσκας Πέτροβιτς – ενθουσιώδης τύπος απεδείχθη κι ερωτύλος – πρόλαβε και έσκασε δυο ζουμερά φιλιά στα μάγουλά της, πράγμα που εξαγρίωσε τον Αρχισυντάκτη Άυλο, ο οποίος και κιτρίνισε πάραυτα!
― «Ας έλειπαν οι περιττές διαχύσεις» τόνισε ο Αρχισυντάκτης Άυλος ως αρχισυντάκτης ύλης.
― «Επισκευάστε το καρφωτό μουστάκι σας μεσιέ Πετρούσκα πριν επαναλάβετε τέτοιους παρορμητικούς ασπασμούς είναι σαν να με φίλησε αχινός!» είπε η Πεπέ Όλι ως Πεπέ ολικής αλέσεως του σύμπαντος κόσμου.
Ο Πετρούσκας Πέτροβιτς συμμαζεύτηκε, αν και δεν έδειχνε όλως διόλου μεταμέλεια για το πάθος που εξέφρασε. Αποτόλμησε μάλιστα και μια καθόλα εξτρεμιστική πρόταση:
― «Τί θα λέγατε μαντάμ Πεπέ, πριν διασυρθώ σιδηροδέσμιος στα θλιβερά μου ισόβια, αν με συνοδεύατε σ’ένα γονδολιέρικο ταξίδι στην μπέλα Βενέτσια...;... Η ιπποσύνη που αποπνέει η Πάδουα... Α, η Πάδουα... Α, η Βερόνα....»
― «Δεν με χαλάει η πρότασή σας μεσιέ Πετρούσκα... Θα’θελα βέβαια να ρίχναμε και καμμιά ματιά στην Σικελία... Ξέρετε, πρόσφατα η φιλτάτη Κάθυ Αθέου συγγραφέας μεγίστη, σας γνωρίζω... Η Κάθυ λοιπόν... ένεκα αφραγκίας εννοείται, έκανε γλωσσική διασκευή κι επιμέλεια σ’ένα γαλλικό μελέτημα με τον γενικό τίτλο: η ελληνική Σικελία κουραστικό, αλλά και ενδιαφέρον... χμ... από τότε, σκέφτηκα, καλό θα’ταν να δω λιγουλάκι Σικελία...»
― «Ασφαλώς! Οπωσδήποτε! Τουλάχιστον την Κατάνη, τις Συρακούσες, την Καλτανισσέττα... Οπωσδήποτε! Τρία Σικελιανά μέρη βαθιάς ιστορίας!» ενθουσιώδης ακούστηκε ο Πετρούσκας Πέτροβιτς.
― «Χέστηκα για την ιστορία! Να δω το παρόν θέλω μεσιέ, όχι να πληροφορηθώ το παρελθόν! Σας βεβαιώ ούτε το μέλλον με αφορά... Αυτό δα μου έλειπε να κόπτομαι για το πώς θα γίνει ο πλανήτης σε χίλια χρόνια! Όσο γι’αυτό, ας νοιαστούν εκείνοι που θα τον βιώνουν... Ακούς εκεί, ιστορία..; ιστορία;... Το μυαλό μας δεν χωρά καλά-καλά τα δρώμενα μιας μέρας μας, θα το φορτώσουμε κι από πάνω με παρελθόντα ή και μελλούμενα..;! Με συγχύσατε!!...»σαφής κι ένθερμη η Πεπέ τα’σουρε πάλι στην ...ιστορία.
― «Ε, όπως επιθυμείτε Πεπέ! Θα δούμε λοιπόν τις πόλεις Βενετία, Βερόνα, Πάδουα, Μιλάνο, Γένουα, Μοδένα, Φλωρεντία, Λιβόρνο, Βιτέρμπο...»
― «Γιούπιιιι!»∙ έριξε το φωνητικό των Απάτσι η Πεπέ κι ο Πετρούσκας ανέβασε την κλίμακα του ταξιδιωτικού πάθους συνεχίζοντας να αραδιάζει πόλεις....:
― «... Ρώμη, Κασσίνο, Νάπολη, Σαλέρνο, Καλαβρία, Ρήγιον... Ασφαλώς Οτράντο... Ασφαλώς Τοσκάνη... Βέβαια... βέβαια την νήσο Έλβα... εκεί, ξέρετε, εξόριστος έζησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης...»
― «Ο Ναπολέων Βοναπάρτης;!!! Ο άνθρωπός μου!» ούρλιαξε η Πεπέ, που θαύμαζε τόσο τον Ναπολέοντα όσο να τίνει να πιστέψει πως ήταν... συγγενής της εξ αίματος!
Καθώς η Πεπέ έσκιζε τον αέρα με ζητωκραυγές υπέρ του Ναπολέοντος Βοναπάρτη, ο ακόμα κίτρινος Αρχισυντάκτης Άυλος, βρήκε την ευκαιρία μιας απειλητικής διαμαρτυρίας προς τον Πετρούσκα Πέτροβιτς και χώθηκε στ’αυτί του ψιθυρίζοντας:
― «Κύριε Πετρούσκα, αφήστε κατά μέρος τα ταξιδιωτικά σχέδια.... Πριν αλλάξει αυτή η μέρα θα’στε στον ανακριτή όπου και τίποτα δεν σας σώζει.... ξεκάνατε δυο ανθρώπους, μην το ξεχνάτε!!!»
Η εύθυμη διάθεση του Πετρούσκα αμέσως ξέπεσε σ’ένα μπλαβί πένθιμο χρώμα σε πτυχώδες ύφος. Ο Αρχισυντάκτης καταχάρηκε που επέτυχε να του διαλύσει τις φαντασιώσεις της ευτυχίας, στις οποίες μάλιστα είχε εντάξει και την Πεπέ, η οποία Πεπέ έπεφτε στο μερτικό των φαντασιώσεων του Αρχισυντάκτη «του μηδενός ον του προλαμβάνοντος γίγνεται», που λέει και το Ρωμαϊκό δίκαιον... ούτως ειπείν: «το πράγμα που δεν ανήκει σε κανέναν, όποιος το βρει του ανήκει», εν αντιθέσει με τον Ελληνικόν δίκαιον που λέει πως «το χαμένο πράγμα που θα βρεις, ανήκει στο κράτος»! Τί να σχολιάσει κανείς με τόσα...δίκαια!
Κι ενώ όλα αυτά τα αδηφάγα συναισθήματα διαδραματίζονταν στον εσωτερικό χώρο των αντίζηλων Πετρούσκα και Αρχισυντάκτη, η Πεπέ – ως πράγμα που δεν θα εύρισκε ποτέ κανείς και πουθενά δεν θα ανήκε, αδιάφορη ξεκινούσε κι άλλο δημώδες άσμα:

― «... Τέσσερα πορτοκάλια, τα δυο σαπίσανε
η μάννα και η κόρη δε με μποδίσανε...
Ένα και δυο και τρία και τέσσερα
χορεύουμε κι εμείς τα λεύτερα...
Ωρέ διαβόλου κόρη – διαβόλου θηλυκό
που δείχνεις τα βυζιά σου με το βασιλικό,
δεν θέλω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι,
θέλω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι.
Άϊντε, η μάννα σου τα αγάπαγε, αγάπατά κι εσύ
τα ωραία παληκάρια και το γλυκό κρασί.
Φυσούνε οι ανέμοι και ζούνε οι Ελιές
και τα κρυφομιλήματα ανοίγουνε δουλειές... ...»

Τελειώνοντας κάποτε το άσμα η Πεπέ, άδραξε την σιδεροκανάτα κι αφού ρούφηξε το κρασί, την εκτόξευσε αδειανή πάνω απ’ το κεφάλι τού αποσβολωμένου Αρχισυντάκτη, ουρλιάζοντας:
― «Ώωωπα!!! Να ζήσουνε οι βλάχοι!!!» το παντελώς αυτό άσχετο με την Αθηναϊκή της καταγωγή, έκανε εμάς τους βιογράφους της να υποθέσουμε πως είχε μεθύσει επικίνδυνα και δεν πέσαμε έξω.... η Πεπέ άρχισε τις αλκοολικές προσφορές πρώτα κέρασε τους θαμώνες αδρά, κι ύστερα, το τραγικότερο, έστρεψε κεφαλή προς Πετρούσκα Πέτροβιτς και του χάρισε με θεϊκό μεγαλείο την ελευθερία του
― «Ξεπαστρέψατε λοιπόν τους δύο εμετικούς κινηματογραφιστές, με μια υπέροχη σάλτσα δηλητηριώδους ζουμιού πεδικουλαρίας, στρωμένη αρμονικά και σε ικανή ποσότητα πάνω σε μια και μόνη μακαρονάδα....»
― «Μάλιστα!» παραδέχθηκε ο επίσης μεθυσμένος Πετρούσκας.
― «Και διαλέξατε μακαρονάδα, επειδή αυτοί οι εκμεταλευτές, σας υποχρέωσαν να τρώτε ζυμαρικά τα οποία, αν και ιταλικής ράτσας, απεχθάνεσθε...»
― «Ακριβώς!» επιβεβαίωσε με πάθος ο Πετρούσκας και φωτίσθηκε όλη η φατσική του έκταση απ’την ιδιαίτερη εκείνη λάμψη που χαρίζει η πραγματοποίηση μιας βαθιάς εκδίκησης!!!
― «Κι ύστερα τους τεμαχίσατε και τους μεταφέρατε στο αδρανές πλέον κτίριο σας... Τους συρταρώσατε υπέροχα... Κι όταν απόμειναν μόνο τα κόκκαλά τους, αρχίσατε να τα μεταχειρίζεσθε στην μαγειρική... Μα δεν μου λέτε αγαπητέ, τί σόι γεύση μπορούν να δώσουν τα κόκκαλα αυτών των τιποτένιων...;»
― «Μια αηδία! Πικρόξυνα κόκκαλα κι όχι καλής ποιότητας, οφείλω να παραδεχθώ!» διευκρίνησε ξεκαρδισμένος στα γέλια ο Πέτροβιτς κι ολοκλήρωσε: «...αλλά για μακαρονάδες έκαναν... είχαν μια ανθεκτική κολλώδη ουσία που κρατούσε τα ζυμαρικά ακμαία!»
― «Περίφημα!!! Καλά τους κάνατε!!! Αξίζετε την ελευθερία σας οπωσδήποτε!» επιβράβευσε η Πεπέ.
― «Πώς;;;;!!!» γαύγισε ο Αρχισυντάκτης «...δεν εννοείς βέβαια Πεπέ πως θα την χαρίσεις σ’αυτό το δολοφονικό παλιόμουτρο που χλαπακίαζει μακαρονάδες πτωμάτων;!!!»
― «Το πέτυχες...!... αν και χωρίς εγκέφαλο, καταφέρνεις καμμιά φορά να συλλογάσαι...! Α, μπράβο αυτό ακριβώς λέω Αρχισυντάκτα!: Ο άνθρωπος έκανε το χρέος του προς τον εαυτό του! είναι άξιος της ελευθερίας!»
― «Είναι ένας άθλιος! Κι εσύ Πεπέ το’χεις παρακάνει! Έχεις λασκάρει τα δεσμά στους δολοφόνους και μόνο δηλαδή που δεν τους αγοράζεις και τα σύνεργα των φόνων! Α, όλα κι όλα Πεπέ! Όλα κι όλα! Είμαι κι εγώ εδώ... αν σου διαφεύγει...»
― «Εσύ...; ... Εσύ είσαι ένας άυλος αρχισυντάκτης... αν θέλω είσαι εδώ, αν δεν θέλω δεν είσαι...» ξεκαθάρισε η Πεπέ τα περί αρχισυνταξίας και χαμογέλασε στον Πετρούσκα που είχε πάψει πια να ανησυχεί και μπούκωνε κεφτέδες με μια δόση εντυπωσιακής απάθειας.
― «Μόλις 20 χιλιόμετρα απ’την Νάπολη βρίσκεται η Πομπηία, έτσι μεσιέ Πετρούσκα;...» άλλαξε θέμα η Πεπέ.
― «Έτσι!» απάντησε ο Πετρούσκας και πίεσε στο στόμα του έναν κεφτέ ακόμα.
― «Ένας κόσμος απολιθωμένος..ε;... Μήπως θα’ταν καλλίτερα να πηγαίναμε στο Λειβαδερό του νομού Δράμας...; εκεί... στον Μυλοπόταμο... τα νερά... κελαριστά... τα πουλιά τριγύρω... ένα πράσινο που πυκνώνει, που αναπνέει... ένας τόπος που ζει ακόμα... Λέτε να πάμε κατακεί;...» ρωτούσε πιο πολύ τον εαυτό της η Πεπέ, αλλά ο Πετρούσκας Πέτροβιτς απάντησε:
― «Ιταλία ή Ελλάδα; Σαν να μην έχουμε άλλες επιλογές;! Γιατί όχι Τυνησία;! Μάλιστα! Μάλιστα! Στην αγορά της Μεδίνας! Μάλιστα! Χρώματα, αρώματα, γεύσεις, ήχοι!»
― «Δαμάσκηνα, σύκα, χαρούπια!» ειρωνεύτηκε ο Αρχισυντάκτης Άυλος με μουλωχτούς συρτούς τόνους...
― «Ω! Θα την ξαπλάρω κάτω από μια Φοινικιά και θα επιδοθώ στην χουρμαδοθεραπεία!» ονειρεύτηκε πάραυτα και τεντωτά η Πεπέ που δεν άφηνε ευκαιρία ονειρικής δραπέτευσης ανεκμετάλλευτη.
Ο Αρχισυντάκτης Άυλος έκανε μια προσπάθεια να προσγειώσει τα ευδαίμονα συναισθήματα και είπε:
― «Πέντε χιλιάδες χρόνια ζωής κουβαλάει ένας Φοίνικας! Χμ... Δεν ξέρεις πότε δηλώνει το γήρας του και σου πέφτει στο κεφάλι!!!... θυμάσαι τότε Πεπέ, που θα σε καταπλάκωνε εκείνη η γριά μουριά στην Χαλκίδα... τότε, λέω, που μεθοκοπούσες χλαπακιάζοντας τηγανητά καλαμαράκια...»
Η φθονερή υπενθύμιση του Αρχισυντάκτη Άυλου έπιασε ευθύς τόπο κι η Πεπέ στράβωσε φρύδια, μάτια και σαγόνι εκείνο το συμβάν με την δολοφονική μουριά, την ανατρίχιασε  τρωγόπινε με την ωραιοτάτη κόρη της, δεσποινίδα Προφέ, σε υπαίθρια ταβέρνα, όταν το βιονικό αυτί της, έπιασε έναν θόρυβο μέσα στην γη μάλιστα μέσα στην γη σε δευτερόλεπτα η εκπληκτικά αφυπνισμένη Πεπέ, έσπρωξε την θυγατέρα της στο πουθενά, σαλτάροντας κι αυτή! Σε μηδέν χρόνο, η μουριά σωριάστηκε!
Ε, λοιπόν, ναι η Πεπέ ήταν ένα μυαλό που ποτέ δεν χαλάρωνε, δεν χάζευε, δεν ξεκουραζόταν! Ένα μυαλό που αρεσκόταν σε περίπου δραματικές ανοησίες, σε εφήμερα χάχανα και εξτρεμιστικές κωμωδίες, αλλά που δεν σταματούσε ποτέ να ακονίζεται, να παρατηρεί ακόμα και τις πτήσεις μιας μύγας, να ερευνά ακόμα και το πώς και το γιατί ενός βήχα, να μεθοδεύει, να καταστρατηγεί, να υποπτεύεται. Ένα μυαλό διαμπερές στο φως του κόσμου, στον αέρα του κόσμου, στην συνθήκη του κόσμου. Ήταν λοιπόν, παραπάνω κι από βέβαιον πως μια μουριά στην απροσδόκητη πτώση της, δεν μπορούσε να σκοτώσει την ενεργοποιημένη Πεπέ Όλι, ωστόσο, όλα μαρτυρούν πως η ευφυέστατη παλάβρα της θα την φορτώσει κάποτε σ’ένα φθηνιάρικο φέρετρο, εντυπωσιακά ανόητου θανάτου...ίδωμεν!
― «Ώστε πέντε χιλιάδες χρόνια έχουν μέσα τους οι Φοίνικες ε;.. δεν ακούσθηκε όμως να καταπλακώθηκε κανείς Άραβας από δαύτους... Αλλά πάλι, ποτέ δεν ξέρεις πότε ένας Φοίνικας και πότε ένας άνθρωπος αποφασίζουν να σκοτώσουν...» η Πεπέ, ολίγον καμπουριαστά, σκεπτόμενη μουρμουρούσε...
― «Ανοησίες! Οι άνθρωποι σκοτώνουν, οι Φοίνικες όχι!» είπε και ελάλησε αποφασιστικά, ο χρεωμένος δύο φόνους, Πετρούσκας Πέτροβιτς.
Η Πεπέ δεν συμφώνησε:
― «Όλα σκοτώνουν! Όλα, κάτι έχουν σκοτώσει!»
Ο Αρχισυντάκτης Άυλος, θεώρησε απαραίτητο να συμπληρώσει:
― «Εικοσιπέντε εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο, κάθε χρόνο, αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν! Για σκεφτείτετο όλοι – όλα, έχουν ανάγκη να σκοτώσουν ακόμα και τον εαυτό τους!»
Η Πεπέ παρουσίασε στομαχικές διαταράξεις
― «Με αναγουλιάζεις Αρχισυντάκτα! Το καλό που σου θέλω κόψε την μοχθηρή σου τραγικότητα μην σε κάνω άυλο!» απείλησε.
Ο Πετρούσκας Πέτροβιτς έλαβε περί χουρμάδων τον λόγο:
― «Οι Άραβες, μαντάμ Πεπέ, ονομάζουν τον χουρμά το διαμάντι του στέμματος! Και εξ αυτού του χουρμά φτιάχνουν το ποτό αράκ υπέροχο!»
Και στο σημείο τούτων των διευκρινήσεων περί του αδάμαντος του στέμματος, συνέβη και το είδαμε: Η Πεπέ Όλι ορθώθηκε αναποδογύρισε το τραπέζι ύψωσε μια ψαθοκαρέκλα κι έδωσε ουρλιάζοντας το επαναστατικό μήνυμα:
― «Θάνατος στα ζυμαρικά! Λειώστε τις μακαρονάδες! Ζήτω στον παστουρμά γκαμήλας και στο χουρμαδόκρασο!»

Αυτός ήταν ο μεθυσμένος επίλογος για μια μακαρονάδα και δύο φόνους


Μια μακαρονάδα και δύο φόνοι

Διευκρινήσεις:
- Πεδικουλαρία = Αυτοφυές φυτό. Στην Ελλάδα φυτρώνουν δυο είδη της∙ πεδικουλαρία ελληνική και πεδικουλαρία βραχύπους... Παλιότερα, έβραζαν φρέσκο ή αποξηραμένο το φυτό και με το αφέψημά του, έβρεχαν οι άνθρωποι τα μαλλιά τους για να απαλλάσονται απ’τις ψείρες.
- «Ήθος το προ τοκέων» = Φράση του τραγικού ποιητή Αισχύλου (525 – 456 π. Χ)
- «Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί..κτλ», «Πώς το τρίβουν το πιπέρι..κτλ», «Τέσσερα πορτοκάλια τα δυο σαπίσανε...κτλ» = Δημοτικά ελληνικά τραγούδια.
- «Του μηδενός ον του προλαμβάνοντος γίγνεται» = Νόμος του Ρωμαϊκού Δικαίου. Σημαίνει: «Το πράγμα που δεν ανήκει σε κανέναν, όποιος το βρει του ανήκει».
- «Το διαμάντι του στέμματος» = Έτσι ονομάζουν οι Άραβες τον καρπό χουρμά, του Φοίνικα∙ απ’αυτόν τον καρπό φτιάχνουν το ποτό αράκ.
- Ναπολέων ο Μέγας – Ναπολέων Βοναπάρτης = (1769 – 1821)∙ Κορσικανός στρατιωτικός, αυτοκράτορας των Γάλλων, επαναστάτης.